βουνός

βουνός, ,
A hill, mound, Cyrenaic word, acc. to Hdt.4.199; freq. in Syracusan poets, acc. to Phryn.333, cf. Philem.49, 142, LXX Ex. 17.9, al., Plb.3.83.1, Schwyzer 289.168 (Rhodian, ii B. C.), Str.3.2.9, BGU1129.14 (i B. C.), etc.
2 heap of stones, etc., LXX Ge.31.46;

σίτου PFlor.58.12

.
II clot of blood, Cyr. s.v. θρόμβος, cf. Hsch. s.v. θρόμβοι.
III altar, Hsch.
IV = στιβάς (Cypr.), Id. (Barbarous word acc. to Ael.Dion.Fr.93.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουνός — hill masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοῦνος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνός — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Ερμή και της Αλκιδάμειας. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Αιήτης, φεύγοντας από τη χώρα του, του εμπιστεύτηκε τον θρόνο με την εντολή να τον κρατήσει έως την επιστροφή του ή την επιστροφή κάποιου από τους απογόνους του. Ο Β.… …   Dictionary of Greek

  • βουνοῖς — βουνός hill masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνοί — βουνός hill masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνοῦ — βουνός hill masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνούς — βουνός hill masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνῶν — βουνός hill masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνῷ — βουνός hill masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουνόν — βουνός hill masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοῦνοι — Βοῦνος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.